Γράμμα σε ένα φίλο Γερμανό…


Γράφει ο ΑΠΕΛΛΗΣ

Mein Lieber Freund Uli,

Wie gehts dir? Sind viele jahren seit haben wir nicht gesprochen und nicht gesehen, aber ich habe dich nicht vergessen! Ich bin dein alter Freund, der Griecher maler.

Συγχώρεσε τα Γερμανικά μου, αλλά έχω να τα μιλήσω πολλά χρόνια. Αλήθεια, πόσα χρόνια πέρασαν, αγαπητέ μου φίλε από τότε. Σε θυμάμαι πάντα, σαν μια από τις πιο φωτεινές αναμνήσεις μου από την Γερμανία. Ποτέ δε σε ξέχασα, αν και οι ζωές μας πήραν άλλο δρόμο τότε και χαθήκαμε. Έτσι, σου γράφω αυτό το γράμμα έχοντας την πίστη, ότι ίσως τα κύματα του διαδικτυακού ωκεανού, να το φέρουν κάποτε στην παραλία σου.

Ήθελα από παλιά να σου γράψω, αλλά τώρα που οι πατρίδες μας έχουν εμπλακεί στην τραγωδία του Μνημονίου, πιστεύω ότι είναι η ευκαιρία για να το κάνω. Θα ήθελα πολύ να καταλάβω τι σκέφτεσαι για την πατρίδα μου και τον λαό μου, και να σου πω και εγώ τι σκέφτομαι για την δική σου πατρίδα και το λαό της. Αν είσαι ακόμη ο Uli που γνώρισα, είμαι βέβαιος ότι θα συμφωνήσουμε σε πολλά.

Θυμάμαι, όταν σε γνώρισα στο Tubingen μέσω της Daniela, που ήταν φίλες με τηνUrsula, την τότε κοπέλα σου και μετέπειτα κυρία S….. Πάντα με ζεσταίνει η ανάμνηση της θερμής φιλίας και της καλοσύνης που μου έδειξες, καθώς στην Γερμανία ήμουν μόνος και δεν γνώριζα κανέναν. Σχεδόν μου πρόσφερες το ατελιέ σου στοGomaringen, στο μικρό χωριουδάκι της Βάδης-Βυττεμβέργης, όπου περάσαμε αξέχαστες στιγμές ζωγραφίζοντας μαζί στην ύπαιθρο και συζητώντας για την τέχνη. Ήσουν ο πρώτος, το θυμάμαι καλά αυτό, που με έβγαλες από το πλαίσιο του ασυναίσθητου ελληνικού επαρχιωτισμού, που συνόδευε τη νεαρή μου ανωριμότητα στο πρώτο της ταξίδι στην Ευρώπη. Τότε, που βλέποντας τα έργα μου, πάσχιζες να με κάνεις να καταλάβω πόσο καλά τα εύρισκες, όταν εγώ τα έβλεπα όλα μαύρα. Στο οφείλω καλέ μου φίλε, ότι μου άνοιξες τα μάτια.

Σου οφείλω ακόμη και το ότι με υπερασπίστηκες, όταν σε ένα πάρτι Γερμανών φοιτητών, όλοι εξαιρετικοί άνθρωποι, ένας και μοναδικός μου επιτέθηκε φραστικά και ρατσιστικά, Εγώ, που μιλούσα μόνο αγγλικά και όχι ικανοποιητικά ακόμη γερμανικά, δεν ήξερα τι ακριβώς γινόταν, αλλά δε χρειάστηκε να κάνω τίποτα. Γιατί έκανες εσύ, φίλε μου, και αυτό δεν το ξεχνώ. Όπως δεν ξεχνώ, ότι 15 άνθρωποι μιλούσατε αγγλικά μεταξύ σας, για να καταλαβαίνει ο ένας ο οποίος δε μιλούσε καλά γερμανικά. Στην Ελλάδα, φίλε μου, δεν θα το κάναμε αυτό.

Ακόμη δεν λησμονώ, ότι αφιέρωσες ημέρες ολόκληρες από τον χρόνο σου, για να με τριγυρίσεις στην Στουτγάρδη, σε όλες τις πινακοθήκες, στα μουσεία, στις γκαλερί, στα ατελιέ των φίλων σου, να με συστήσεις στην οικογένεια σου και στην καλή σου γιαγιά, που σίγουρα σήμερα δεν θα ζει. Με έμαθες ακόμη να στρίβω και καπνό, διότι τα τσιγάρα ήταν πολύ ακριβά. Πραγματικά, είναι φορές που σε φέρνω στην φαντασία μου, όπως ήσουν, ψηλός και δυνατός, ξανθός, με ένα χαμόγελο πάντοτε πλατύ και εγκάρδιο. Για αυτό λέω, ότι καμία σχέση δεν μπορεί να έχεις εσύ με την Γερμανία της Μέρκελ, όπως δεν έχω και εγώ με την Ελλάδα των πολιτικών απατεώνων.

Τι σας λένε για εμάς στην Γερμανία τα ΜΜΕ φίλε μου; Ότι είμαστε τεμπέληδες, ανεπρόκοποι, σπάταλοι και κλεφτρόνια; Εκείνος που γνώρισες, ξέρεις ότι δε μπορεί να είναι ένας τέτοιος. Όπως δεν είναι και εκατομμύρια άλλοι Έλληνες. Φαντάζομαι, ότι τώρα που θα ακούς για όσα συμβαίνουν στην πατρίδα μου, θα με θυμάσαι και θα αναρωτιέσαι τι κάνω; Ε, λοιπόν, φίλε μου, σου λέω, ότι προσπαθώ να είμαι καλά και να αισιοδοξώ. Τα όνειρα μου και την ψυχή μου κανείς δε μπορεί να μου τα πάρει. Θα υποφέρουμε λίγο, αλλά εμείς έχουμε περάσει και χειρότερα, όπως ξέρεις. Θυμάμαι και τις συζητήσεις μας σχετικά με τον Β΄ΠΠ, τους Ναζί και τη γερμανική κατοχή στην Ελλάδα, και πόση λύπη σου προκαλούσε όλο αυτό το σκοτεινό παρελθόν της πατρίδας σου. Μου είχες πει με αποτροπιασμό: «Όταν βλέπω στο τραμ ή στο τραίνο κάποιον ηλικιωμένο, που φαίνεται ότι τότε ήταν στρατιώτης, μου έρχεται να πάω να του πω, ντροπή σας, για όλα αυτά που κάνατε!». Έπειτα, δεν θα ξεχάσω ποτέ τα δακρυσμένα μάτια της γηραιάς κυρίας Ruth, όταν με περίμενε στο κατώφλι του σπιτιού όπου έμενα, γνωρίζοντας ότι μόλις επέστρεφα από μια επίσκεψή μου στο Νταχάου. Δεν είπαμε τίποτα, δε χρειάστηκε. Τα βουρκωμένα μάτια της μου τα είπαν όλα.

Κάπως έτσι κατάλαβα τότε, την τραυματική εμπειρία μιας υφέρπουσας αυτοενοχής που βασάνιζε μεγάλο μέρος της γερμανικής κοινωνίας. Ένα είδος ταμπού. Ανθρώπων καλοπροαίρετων και ανεύθυνων για τις πράξεις των προγόνων και συμπατριωτών τους. Τουλάχιστον, στο βαθμό που δε μπαίνουν στον πειρασμό να τις επαναλάβουν, όπως υπονόησε χαριτολογώντας η γερμανίδα καθηγήτρια μας σε ένα βραχύβιο τμήμα εκμάθησης της γερμανικής γλώσσας, που παρακολούθησα στο πανεπιστήμιο του Μονάχου, μιλώντας μας την πρώτη ημέρα για την πατρίδα της και για τους δύο Π.Π που αυτή προκάλεσε στον 20ο αιώνα. Μάλιστα, για να δικαιωθεί μετά από τόσα χρόνια ο υπομονετικός δαίμονας της ειρωνείας, στην τελευταία της φράση, που ειπώθηκε μεταξύ σοβαρού και αστείου, θυμάμαι ότι μας είχε προειδοποιήσει τότε: «να φοβάστε τους Γερμανούς, ποτέ δεν ξέρει κανείς μαζί τους..», Φράση που μοιάζει να αποκτά στην εποχή μας μια επίκαιρη σημασία. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι το ακροατήριο της το αποτελούσαμε Έλληνες, Ιταλοί, Ισπανοί κ.α από τον ευρωπαϊκό νότο, τα λεγόμενα σημερινά PIGS δηλαδή..

Ωστόσο, αγαπητέ μου Uli, η ανάμνηση η δική σου, όπως και των άλλων παιδιών, της Ursula, της Dagmar και του Jorg, της Daniela και του Peter, με κάνει να θέλω να βλέπω το αληθινό πρόσωπο της Γερμανίας και των ανθρώπων που γνώρισα. Αυτό, που δεν εκφράζεται από την Μπούντεσταγκ, όπως δεν εκφράζεται και στο Ελληνικό Κοινοβούλιο το αληθινό πρόσωπο της Ελλάδας και των ανθρώπων της. Εσύ το γνωρίζεις αυτό, γιατί ήρθες μαζί μου στην Ελλάδα. Γνώρισες τους φίλους μου, τους ανθρώπους μου και την ζεστή φιλοξενία τους. Είδα στα μάτια σου να αποκαλύπτεται ένα θαύμα, όταν για πρώτη φορά αντίκρυσες το Ελληνικό Αρχιπέλαγος με τα θεϊκά νησιά του. Το ΦΩΣ, που σου τύφλωσε τα μάτια και που σε υποχρέωσε να ανοίξεις την παλέτα σου στα φωτεινά χρώματα, όταν ζωγραφίζαμε μαζί στην ύπαιθρο, στην Χώρα της Σερίφου, εκείνο το αλησμόνητο καλοκαίρι. Ο ήλιος που σου είχε κοκκινήσει την αμάθητη επιδερμίδα και οι αλοιφές που έβαζες, δεν σε εμπόδιζαν την επομένη να χαίρεσαι πάλι μέσα στον ήλιο μαγεμένος από το ανέσπερο φως της ξεγνοιασιάς. Σαν το άσπρο από το φτερό ενός γλάρου, ή σαν το απαστράπτων λευκό των ασβεστωμένων κελιών που φωλιάζουν μέσα στη μήτρα της ώχρας. Μίλησες με τον ψαρά τον Ανέστη, με τον φούρναρη τον Μήτσο και τον Αντώνη τον καφετζή, είδες τους κόπους και το μόχθο τους. Αυτή είναι μια άλλη Ελλάδα, που δεν είχε σχέση με την Siemens και με την Goldman Sachs, αλλά με τον αγώνα για τον καθημερινό επιούσιο και τον τίμιο ιδρώτα.

Όμως, φίλε μου, γνωρίζω ότι εσύ αγάπησες και αγαπάς την Ελλάδα. Και πόσο χάρηκα όταν ήρθα στο σπίτι σας από την Ιταλία, όπου ήμουν, για να δω το πρώτο σας παιδί με την Ursula, μια πολύ όμορφη κορούλα λίγων εβδομάδων, που η μαμά της την έβαλε στην αγκαλιά μου. Χαζομπαμπάς εσύ, μου ανήγγειλες όλο χαρά την επιθυμία και των δύο σας να της δώσετε το ελληνικό όνομα Σοφία. Όπως και την ονομάσατε τελικά. Τώρα, θα είναι ολόκληρη κοπέλα η Σοφία και σου εύχομαι καλέ μου φίλε να την χαίρεσαι πάντα. Ελπίζω, ακόμη, ότι συνέχισες με την τέχνη, διότι ο ερχομός της Σοφίας και οι οικονομικές ανάγκες, σε είχαν αναγκάσει τότε, να εργαστείς σε μια εταιρεία διανομής γάλακτος.

Θυμάμαι ύστερα, τον συγκάτοικο σου τον Peter, φοιτητή της Θεολογίας, που όταν έμαθε ότι είμαι Έλληνας, πήγε και έφερε τα βιβλία του και άρχισε να μου διαβάζει την Ιλιάδα του Ομήρου από το πρωτότυπο. Είναι αλήθεια, ότι πολλοί από τους Γερμανούς αγαπάνε περισσότερο την εξιδανικευμένη ιδέα της αρχαίας Ελλάδας και τους αρχαίους Έλληνες από ό,τι εμάς τους νεοέλληνες. Εμείς, αντίθετα, αγαπάμε περισσότερο τους νεώτερους Γερμανούς από ό,τι τους παλαιότερους Γερμανούς, γιατί αυτοί μόνο κακά μας έκαναν. Και αγαπάμε τους νεώτερους Γερμανούς, γιατί καταλαβαίνουμε ότι δεν ευθύνονται για το παρελθόν αγέννητοι όντες. Ελπίζουμε δε, πως έχουν διδαχθεί από αυτό και πως δεν ισχύει τελικά η ναζιστική αντίληψη της συλλογικής ευθύνης, ούτε και για αυτούς. Διότι αυτό λέγεται συγχώρεση και ελληνική μεγαθυμία απέναντι στο παρελθόν, που δεν διορθώνεται. Δεν διορθώνεται, ακόμη και αν η χώρα σου έδινε στην Ελλάδα τις νόμιμες πολεμικές αποζημιώσεις, που ακόμη της οφείλει. Δεν ανασταίνονται οι άνθρωποι και τα σκοτωμένα όνειρα με όποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Ούτε η συγνώμη έρχεται, αν δεν την πει πρώτα η καρδιά. Και οι Έλληνες έχουμε δείξει στους Γερμανούς φίλους μας, ότι έχουμε καρδιά απέναντι σε αυτούς που μας σέβονται και μας τιμούν.

Διότι, καλέ μου φίλε, πέρα από την γερμανική τραυματική εμπειρία της ενοχής, υπάρχει και η ελληνική τραυματική εμπειρία της κατοχής, που τόσο βασάνισε και ακόμη βασανίζει τους ηλικιωμένους των Ελλήνων, που έζησαν τα γεγονότα. Όμως, σε διαβεβαιώνω, πως ένας Γερμανός στην Ελλάδα μπορεί να αισθάνεται όπως ανάμεσα σε φίλους. Οι Έλληνες πολύ απέχουμε από το να είμαστε μνησίκακοι, αλλά στώμεν «αεί παίδες», στην καρδιά και στο φιλότιμο της λήθης. Κανείς Γερμανός, πόσο μάλλον εσύ, δεν θα πρέπει να φοβάται τους φίλους Έλληνες. Τους Έλληνες θα ΠΡΕΠΕΙ να φοβούνται ΜΟΝΟ οι πολιτικές και οι πολιτικοί των επαχθών Μνημονίων και στις δύο χώρες μας. Αυτές οι πολιτικές ορντινάτσες, οι οποίες παρέδωσαν την δημοκρατικά δοσμένη από εμάς σε αυτούς εξουσία, στα σχέδια της Νέας Τάξης και στα χέρια των Τραπεζιτών. Η Ενωμένη Ευρώπη των λαών και των Εθνών που ονειρευτήκαμε, έχει μετατραπεί σε θάλαμο ιδρύματος, ενός οικονομικού φρενοκομείου, όπου γίνονται πειράματα με ηλεκτροσόκ, μιας σκοτεινής φροϋδικής ψυχοθεωρίας.

Αν εναπόκειτο σε εμάς τους δύο αγαπητέ μου φίλε, θα είχαμε λύσει όλα τα ζητήματα. Διότι όταν γνωριστήκαμε, τα πρόσωπα μας έγιναν ακούσια, ο ένας για τον άλλο, πρέσβεις των δύο λαών μας. Και η φιλία αυτή αποτυπώθηκε, σαν θετικός οδηγός σκέψης, κάθε φορά που σκέφτομαι την Γερμανία και τον γερμανικό λαό. Υποκειμενική ίσως η κρίση, ναι, μπορεί. Άλλωστε, δεν είχα έρθει ως εργάτης στην Γερμανία, ώστε να δω μια άλλη, πιο σκληρή πλευρά της ζωής εκεί. Δεν ξεγελιέμαι, να πιστεύω ότι όλοι οι Γερμανοί μοιάζουν σε εσένα. Ήμουν πολύ τυχερός που σε γνώρισα. Μου αρκεί όμως ότι υπάρχεις και εσύ και πολλοί άλλοι σαν εσένα. Υπάρχει η Σοφία, που σίγουρα θα της έχεις μιλήσει για τον Έλληνα φίλο σου. Υπάρχουν και οι δύο λαοί μας, που θα συνεχίσουν να δημιουργούν δεσμούς φιλίας και αναγνώρισης σε ιδιωτικό επίπεδο, μακριά από τις ανάλγητες πολιτικές των Κυβερνήσεων.

Αυτά είχα να σου γράψω καλέ μου φίλε Uli, για όσα συμβαίνουν και ελπίζω το γράμμα μου να σε βρίσκει με υγεία και με καλή διάθεση. Πάνω από όλα όμως ελπίζω, ότι κάποια ημέρα θα ξαναβρεθούμε στα ελληνικά νησιά, όταν όλα αυτά θα έχουν πια περάσει, εύχομαι με τον καλύτερο τρόπο.

Σε χαιρετώ και σε ασπάζομαι

ο παλαιός σου φίλος….

(ΥΓ: Ελπίζω ότι ίσως διαβάσεις κάποτε αυτό το γράμμα και μπορέσεις να επικοινωνήσεις. Σου στέλνω ακόμη και μια φωτογραφία ενός έργου που έκανες στη Σέριφο τότε, και το οποίο μου άφησες χωρίς να το έχεις φωτογραφήσει)

Πίνακας:

Του Γερμανού ζωγράφου Ulrich S…. «Άποψη από την Χώρα της Σερίφου», λάδια σε καμβά.

Αναρτήθηκε από τον/την olympiada στο Απριλίου 18, 2012

Advertisements
This entry was posted in ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s